Νέα μελέτη του Πανεπιστημίου του Tübingen εξετάζει γιατί ορισμένα κελαηδίσματα ακούγονται πιο ευχάριστα στον άνθρωπο, με 84 συμμετέχοντες να αξιολογούν τις φωνές 123 ειδών άγριων πουλιών - Στην κορυφή βρέθηκε το κοινό κοτσύφι
Ένα κελάηδισμα μπορεί να μας ηρεμήσει, να μας τραβήξει την προσοχή και να μας κάνει να νιώσουμε πιο κοντά στη φύση. Όμως γιατί η φωνή ενός κοτσυφιού ακούγεται στα αυτιά μας σαν μελωδία, ενώ η κραυγή μιας τυτώς μπορεί να μας προκαλέσει ανατριχίλα; Μια νέα μελέτη δείχνει ότι η απάντηση βρίσκεται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του ήχου - και πιθανότατα σε πολύ βαθύτερους μηχανισμούς της ανθρώπινης αντίληψης.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Tübingen στη Γερμανία ζήτησαν από 84 ανθρώπους να ακούσουν ηχογραφήσεις από 123 είδη άγριων πουλιών και να βαθμολογήσουν πόσο ευχάριστες θεωρούσαν τις φωνές τους.
Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν ότι οι άνθρωποι τείνουν να προτιμούν πιο ήπιους ήχους, με στενότερο εύρος συχνοτήτων, ενώ παράλληλα έδειξαν μια μάλλον απρόσμενη προτίμηση: οι πιο σύνθετες φωνητικές εκδηλώσεις συχνά αξιολογήθηκαν ως πιο ευχάριστες.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η προτίμηση αυτή δεν φάνηκε να εξαρτάται από το πόσο καλά γνώριζαν οι συμμετέχοντες τα πουλιά.
«Αυτό υποδηλώνει ότι η απόλαυση του τραγουδιού των πουλιών συνδέεται με κάτι πιο θεμελιώδες από το να γνωρίζουμε απλώς τι ακούμε», εξήγησε η Dr. Nadine Kalb, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.
Το κοτσύφι στην κορυφή - Η τυτώ στον αντίποδα
Το απόλυτο «αστέρι» της έρευνας ήταν το κοινό κοτσύφι (Turdus merula), το οποίο συγκέντρωσε μέση βαθμολογία 4,52 στα 5.
Το τραγούδι του, γνώριμο σε κήπους, πάρκα και δασικές περιοχές της Ευρώπης, χαρακτηρίζεται πλούσιο, απαλό και μελωδικό, με νότες που θυμίζουν φλάουτο.
Στην άλλη άκρη της κλίμακας βρέθηκε η τυτώ, με μόλις 1,32 στα 5. Η χαρακτηριστική κραυγή της, τραχιά και απόκοσμη, φαίνεται πως απέχει πολύ από αυτό που ο ανθρώπινος εγκέφαλος αντιλαμβάνεται ως ευχάριστο ήχο.
Υψηλές βαθμολογίες συγκέντρωσαν επίσης ο ευρωπαϊκός σπίνος, με 4,26/5, ο ευρωπαϊκός κοκκινολαίμης, με 4,04/5, και η γαλαζοπαπαδίτσα, με 3,92/5.
Οι ερευνητές συνέκριναν τις ανθρώπινες αξιολογήσεις με τα ακουστικά χαρακτηριστικά των τραγουδιών, αναζητώντας τι ακριβώς κάνει μια φωνή πιο ελκυστική στα ανθρώπινα αυτιά.
Το συμπέρασμα, ωστόσο, δεν είναι ότι υπάρχει μία και μοναδική «μαγική» συχνότητα.
Η Kalb τονίζει ότι διαφορετικά πουλιά μπορούν να ακούγονται εντελώς διαφορετικά και παρ’ όλα αυτά να προκαλούν πολύ θετική αντίδραση. Αυτό που φαίνεται να έχει σημασία είναι ο συνδυασμός συχνότητας, έντασης και εύρους ζώνης του ήχου.
Γιατί μας αρέσει το κελάηδισμα;
Οι επιστήμονες εξετάζουν πλέον την ιδέα ότι η αντίδρασή μας στους ήχους των πουλιών μπορεί να έχει βαθύτερες ρίζες από την απλή αισθητική απόλαυση.
Για μεγάλο μέρος της εξελικτικής μας ιστορίας, οι ήχοι των πουλιών ενδέχεται να λειτουργούσαν ως ένα είδος περιβαλλοντικού σήματος: η παρουσία και η φυσιολογική δραστηριότητα των πουλιών μπορούσαν να συνδέονται με ένα περιβάλλον όπου δεν υπήρχε άμεση απειλή.
Παράλληλα, η μελέτη δείχνει ότι η σχέση μας με το κελάηδισμα δεν περιορίζεται στη βιολογία. Η προσωπική εμπειρία και οι αναμνήσεις μπορούν επίσης να επηρεάζουν το πώς αντιλαμβανόμαστε έναν ήχο.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ακόμη ότι τα ευρήματα μπορεί στο μέλλον να έχουν εφαρμογές στον σχεδιασμό πάρκων, αστικών χώρων πρασίνου και άλλων περιβαλλόντων όπου οι άνθρωποι αναζητούν ηρεμία. Η ποιότητα ενός χώρου δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο θόρυβο έχει, αλλά και από το τι ήχους ακούμε μέσα σε αυτόν.
Ωστόσο, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Δεν σημαίνει ότι όσο περισσότερα κελαηδίσματα προσθέσουμε σε έναν χώρο τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η ευεξία μας. Προηγούμενη έρευνα της ίδιας ομάδας έδειξε ότι η αναπαραγωγή τεχνητών ήχων πουλιών από ηχεία δεν προσφέρει τα ίδια οφέλη με το φυσικό κελάηδισμα.
Και υπάρχει ακόμη ένα μεγάλο ερώτημα που παραμένει αναπάντητο: γιατί ακριβώς ο εγκέφαλός μας προτιμά συγκεκριμένους συνδυασμούς ήχων;
«Η μελέτη δείχνει ποια ακουστικά χαρακτηριστικά συνδέονται με την ευχαρίστηση· δεν μας λέει ακόμη ακριβώς γιατί ο εγκέφαλός μας προτιμά αυτά τα χαρακτηριστικά», σημειώνει ο Christoph Randler.
Το επόμενο βήμα για τους επιστήμονες είναι να διαπιστώσουν αν αυτές οι προτιμήσεις ισχύουν σε διαφορετικούς πολιτισμούς και περιβάλλοντα. Μέχρι τότε, πάντως, ένα πράγμα φαίνεται ξεκάθαρο: όταν ακούμε ένα πουλί να τραγουδά, δεν ακούμε απλώς έναν ήχο. Ο εγκέφαλός μας αξιολογεί έναν ολόκληρο συνδυασμό ακουστικών χαρακτηριστικών - και σε ορισμένες περιπτώσεις τον μετατρέπει σε μια μικρή, φυσική μελωδία.
www.worldenergynews.gr






